Λίγα λόγια για τις παραστάσεις

Αφορμή ήταν ο πόλεμος στη γειτονική μας Γιουγκοσλαβία. Οι παρατάσεις δόθηκαν, με μεγάλη επιτυχία, στο παλιό ερειπωμένο νοσοκομείο "Πανάνειο" της πόλης του Ηρακλείου. Στη συνέχεια το έργο περιόδευσε σε πόλεις τις Κρήτης και τον Οκτώβριο του 1999, η ΘΟΚΝΗ, καλεσμένη από την ΟΕΛΜΕ Κύπρου, το παρουσίασε στο Αρχαίο Ωδείο της Πάφου, στο οδόφραγμα Λήδα Παλλάς της Λευκωσίας και στο κάστρο της Λεμεσού, συμμετέχοντας στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Εκπαιδευτικών (5 Οκτωβρίου), που οργανώθηκε με σειρά εκδηλώσεων στη Κύπρο (Εβδομάδα Εκπαιδευτικών Οργανώσεων Ελλάδας - Κύπρου 4-9-1999).
Μια σειρά μονόπρακτων - μονολόγων. Οι παραστάσεις επαναλήφθηκαν τον Σεπτέμβριο στα πλαίσια των δραστηριοτήτων πολιτισμού που διοργάνωσε η ΕΛΜΕ Ηρακλείου στο φρούριο "ΚΟΥΛΕΣ" της πόλης. Στις ίδιες δραστηριότητες η ΘΟΚΝΗ παρουσίασε ποιητική βραδιά με προσκεκλημένους τους ποιητές συναδέλφους Α. Ζώτο, Τ.Καραγεωργίου και Γ. Πατίλη. Η σειρά των μονοπράκτων - μονολόγων παρουσιάστηκε επίσης στα Χανιά (συνεργασία με την ΕΛΜΕ Χανίων, 8-9 Δεκεμβρίου 2000), στις Μοίρες (συνεργασία με το Δήμο Μοιρών, 13 Δεκεμβρίου 2000), στην Ιεράπετρα (συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ιεράπετρας, 26 Ιανουαρίου 2001) και στην Παιανία Αττικής (συνεργασία με τις Εκδόσεις - Πινακοθήκη Μπιλιέτο, 1, 2 και 3 Μαρτίου 2001). Συμμετείχε επίσης στους θεατρικούς αγώνες 2001 του Δήμου Ηρακλείου (25 Μαρτίου 2001), όπου απέσπασε το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου.
Η ΕΛΜΕ και η ΘΟΚΝΗ παρουσίασαν τους Πέρσες του Αισχύλου την 25, 26 και 27 Ιουνίου 2001 στο Ηράκλειο. Το ίδιο έργο παρουσιάστηκε στο Αβδού στις 8 Σεπτεμβρίου 2001, στον Χάρακα στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, στις Μοίρες την 19 Σεπτεμβρίου 2001, στο Ρέθυμνο την 30 Σεπτεμβρίου 2001 και στο Ηράκλειο την 24, 25 Σεπτεμβρίου. Το έργο παρουσιάστηκε ξανά στον Κούλε με την ευκαιρία του διεθνούς συνεδρίου για την ελληνική γλώσσα την 17 Οκτωβρίου 2001 στο Ηράκλειο.


Ο Ζαν Ζιρωντού αντλεί την έμπνευσή του μέσα από τα γερμανικά παραμύθια και τους μύθους για τις νύμφες του υγρού στοιχείου, για τη διαυγή σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση και τις συμβολιστικές αντανακλάσεις της στην ιδεατή σφαίρα της ανθρώπινης παρουσίας. Είναι ένα έργο που συμπυκνώνει τον κόσμο των ιδεών σε μια εικαστική σύνθεση που αποτελείται από τα κλασικά χαρακτηριστικά του θεατρικού λόγου. Από την, με σεβασμό και μέτρο, απόδοση των κινητικών λεπτομερειών, την περιγραφική ερμηνεία του ερωτικού στοιχείου, την αναλογική διάρκεια που επιβάλλει η θεατρική φόρμα. Το ερωτικό στοιχείο αναδεικνύεται περισσότερο γήινο και καθρεφτίζει την ανισότητά του απέναντι στον κοινωνικό εσμό που συμβολίζεται επίσης από τις μαγικές και εξουσιαστικές δυνάμεις μιας άλλης ιδεατής κοινωνίας, το ίδιο όμως ισχυρής και βάναυσης. Αυτή η ιδεατή κοινωνία εμπεριέχει διαύλους επικοινωνίας με το σύγχρονο πρόσωπο ενός μυθικού «δικαίου» που, όπως στην κλασική Αντιγόνη, εστιάζει την παρουσία του στην επίνικη δόξα της «μοίρας».

Πώς ξεκινήσαμε το Σημείον; Ένα εργαστήριο της ομάδας, αρχές του 2006 : συναντήσεις όπου ο καθένας μας μέσα από συζητήσεις και  πιθανές εξομολογήσεις πρότεινε τελικά ένα αγαπημένο του τραγούδι, όχι απαραίτητα για να το τραγουδήσει, αλλά για να βοηθήσει την μνήμη να «δείξει» ό,τι ήμασταν (και είμαστε;) μα, συνήθως, το κρύβουμε.
Με ποια κείμενα θα ‘συνοδεύαμε’ τα τραγούδια μας; Ο καθένας κατέθεσε ό,τι ήθελε, κάποιοι έγραψαν κάτι δικό τους, κάποιοι άλλοι αντέτειναν την «σιωπή», κάποιοι ακόμα και τον φιλοσοφικό λόγο, κι έτσι άρχισε να φαίνεται πως το τραγούδι υπήρξε η αφορμή για να πούμε κάτι κοινό, να ενώσουμε τα σημεία που μας χαρακτηρίζουν και που, σχεδόν πάντα, στέκουν τρομερά μα και δικά μας, οικεία, ανάμεσα σε δύο λέξεις : Έρωτας-Θάνατος.
Τώρα, το θέμα ήταν: πώς θα τα παρουσιάζαμε; Δραματική μορφοποίηση, δραματοποίηση, εικονοποίηση (!), θεατροποίηση (!) ……, ας το πούμε θεατρικό δρώμενο, όπου χωρίς μακιγιάζ, χωρίς ‘κοστούμια’ (αλλά με τον καίριο φωτισμό του Δημήτρη Χατζάκη), αυτοσχεδιάζουμε και πειραματιζόμαστε. Εντέλει «μιλάμε» γι’ αυτά που μας πονάνε και μας βασανίζουν. Και που, ίσως, αν τα δείξουμε, αν τα μοιραστούμε, αν τα βγάλουμε στο φως ή τα κρύψουμε στο σκοτάδι της σκηνής, αν τα σκεφτούμε με περισσότερους να πάψουν να βαραίνουν τόσο πολύ και να μας βοηθήσουν – αυτοί οι άλλοι – να κάνουμε μαζί ένα βήμα εμπρός μέσα απ’ την τέχνη.
Έτσι, βρέθηκαν να συνυπάρχουν ένα «σπασμένο» τηνιακό παραμύθι, μια ταξιθέτρια αλλοτινών καιρών και ήθους, ο φόβος μιας νεαρής μέλλουσας διδασκάλισσας με τη ζορζέτα της, η διαλεκτική της μοναξιάς, η τραγική Αντρονίκη των καφενέδων, μια μητέρα δωρητή σώματος το ‘σιωπηλό’ κουδούνι της πόρτας μας, ένα «ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», μια αλλιώτικη χριστουγεννιάτικη ιστορία, οι πρόσφυγες και οι οικονομικοί μετανάστες (δηλαδή, η ξενοφοβία μας και ο ρατσισμός μας), ακυβέρνητες πολιτείες, ζώντα ζώα, εσείς, οι μνήμες του κορμιού όταν ξυπνούν – κι όλα αυτά υπό την αυστηρή επίβλεψη ενός μικρού κοριτσιού πού ζητά όχι μόνο από το «λαμπρό φεγγαράκι», αλλά κυρίως από εμάς, να δείξουμε λιγάκι και την άλλη όψη μας… Σημείον!
Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει σε πρώτη μορφή τον Νικηφόρο Φωκά το 1915 (χρονιά που επισκέπτεται για μήνες το Αγιο Ορος με τον Αγγελο Σικελιανό). Η τελική του επεξεργασία εκδίδεται το 1939. Ιστορία και μεταφυσική δένονται στον Νικηφόρο: το έργο διαδραματίζεται την 10η Δεκεμβρίου 969 στο Ιερόν Παλάτιον στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για την τελευταία ημέρα ζωής του Νικηφόρου, μια και το βράδυ αυτό η αυτοκράτειρα και γυναίκα του Θεοφανώ με τη συνεργεία του Ιωάννη Τσιμισκή θα τον δολοφονήσουν. Τις τελευταίες του ώρες ο Νικηφόρος (με την παρέμβαση της ποιητικής γλώσσας και της μεταφυσικής αγωνίας του Καζαντζάκη) βλέπει εμπρός του όλον τον αγώνα του να συνενώσει και να υπερβεί τον πολέμαρχο-στρατηγό με τον ασκητή. Γύρω του προσωποποιημένες (θεατρικό εύρημα του Καζαντζάκη) οι χώρες που έχει σκλαβώσει και υποτάξει στ’ όνομα του Χριστού, τον επιβουλεύονται. Κι ακόμα, οι δήμαρχοι και ο λαός της Πόλης που τον προγκάει, οι στρατηγοί του (Βούρτσης, Τσιμισκής) που τον προδίνουν, η νεαρή αυτοκράτειρα Θεοφανώ που πρωτοστατεί στην εξόντωση του γητεύοντάς τον με τα γυναικεία κάλλη της, ο αγιορείτης πνευματικός του Αθανάσιος, που τον περιμένει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και ν’ αποσυρθεί στο κελί που του ετοιμάζει, τέλος ο ίδιος ο Χριστός σε μια “λεκτική” φιλοσοφική μονομαχία μέσα στην Αγιά Σοφιά.
Πρώιμο έργο του Καζαντζάκη, ο Νικηφόρος Φωκάς απηχεί τις νιτσεϊκές του αναζητήσεις στην αγωνία και την ευθύνη του ανθρώπου καθώς και τον αγώνα του προς την συνείδηση του θανάτου.
Βρεθήκαμε μαζί στα κάστρα της Τροίας ,κλάψαμε, υψώσαμε κραυγή, λυτρωθήκαμε. Ύστερα μας απείλησαν οι Πέρσες ,μα τους αντιμετωπίσαμε.
Στο πανηγύρι κυνηγήσαμε το άπιαστο ανάμεσα σε καραμπόλες και ξύλινα αλογάκια.

Μάθαμε αλήθειες και ψέματα. Αγκομαχώντας ανεβήκαμε ως την κορφή σχεδόν τ’ αγκαθωτού βράχου για να δούμε το πανόραμα της ιστορίας μας , μα δεν το είδαμε. Πονέσαμε. Μας παρηγόρησε το παραμύθι με τις νεράιδες και τους ιππότες .Μας συνεπήρε το όνειρο της λίμνης και χάσαμε τον Έρωτα μέσα στ’ ακριβά του παλάτια, μα δε χαθήκαμε. Πιασμένοι χέρι-χέρι αναζητήσαμε τα σημεία της πραγματικής αγάπης .Την τραγουδήσαμε μαζί. Δέκα χρόνια μετά βρήκαμε το δρόμο για τον αληθινό μας ρόλο: η καθηγήτρια, ο καθηγητής. Αυστηροί , ευαίσθητοι, άκαμπτοι, ευάλωτοι. Αγωνιζόμενοι παραιτούμαστε, μετά την ολοκλήρωση της ευδόκιμης υπηρεσίας μας. Μα η καρδιά μας μένει πάντα εκεί.


Το ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΌ ΔιΚΑΙΟ είναι το δεύτερο από τα τρία θεατρικά έργα που έχει γράψει η γνωστή συγγραφέας και αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών. Παρουσιάζει μια φαινομενικά κανονική, τυπική Ελληνική οικογένεια όπου όλα φαίνεται να λειτουργούν ως συνήθως τουλάχιστον στην αρχή. Στην πορεία, καθώς φωτίζονται σταδιακά τα «σκοτεινά δωμάτια» της οικογενειακής εστίας,  αποκαλύπτεται ότι κανείς δεν είναι τελείως αθώος ή τελείως ένοχος. Όλοι μοιραίοι, θύματα και θύτες ταυτόχρονα, προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στο «δάσος με τους λύκους» που δεν είναι άλλο  από το ίδιο τους το σπίτι.
Ο Φορτουνάτος («τυχερός») του Μάρκου Αντώνιου Φόσκολου, είναι η μία από τις τρεις σωζόμενες κωμωδίες της κρητικού αναγεννησιακού θεάτρου (οι άλλες δύο είναι ο  Κατσούρμπος του Γ. Χορτάτση και ο Στάθης), και αποτελεί ίσως την πιο «θεατρική» απ’ όλες στα παραστατικά της μέσα, στους κωμικούς χαρακτήρες και στην καίρια αμεσότητά της. Γραμμένη στην κρητική ανατολική διάλεκτο της περιόδου, την εποχή που οι Τούρκοι πολιορκζούν τον ενετικό Χάνδακα-Κάστρο, έφτασε σε μας στο χειρόγραφο του ίδιου του ποιητή της, χρονολογημένο στα 1655. Για τον Μαρκαντώνιο Φόσκολο γνωρίζουμε πολλά βιογραφικά στοιχεία, χάρη στην ακάματη έρευνα του βασικού μελετητή του έργου, νεοελληνιστή κ. Alfred Vincent. Ο κ.Vincent έρχεται από το Σύδνεϋ, όπου ζει και διδάσκει, και θα τίμησε με την παρουσία του την πρεμιέρα του έργου.
"Τούτη η πατρίδα με τη Μήδεις έχουν πολλά κοινά..."
Η ιδέα για τη συγκεκριμένη παράσταση της ΜΗΔΕΙΑΣ ξεκινά από τη ρεθύμνια συνάδελφο μας, Πολυτίμη Παπαδοπούλου: χρησιμοποιώντας γνωστά τραγούδια μιούζικαλ με προσαρμοσμένους στίχους ως χορικά.
Ο καίριος θεατρικός λόγος του Μπόστ παραμένει πάντα επίκαιρος και διαχρονικός.
Στην παράσταση συμμετέχουν 22 μέλη, συνάδελφοι και μη, της ομάδας.




ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

“ Δύο φορὲς βάρβαρη ἡ Μήδεια – ἀπὸ καταγωγὴ κι ἀπό ἔρωτα.

     Τώρα ἀπομακρύνεται ὅλο καὶ βαθύτερα στὸ σκοτάδι ποὺ εἶναι ὁ ἔρωτας -πρέπει νὰ ἔχει σκοτάδι ὁ ἔρωτας γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ὅτι ὁ Ἄλλος λείπει, πρέπει νὰ ἔχει πολὺ σκοτάδι ὁ βάρβαρος ἔρωτας τῆς Μήδειας ἀφοῦ ὁ Ἰάσονας δὲν ἦταν ποτὲ μαζί της: δὲν εἶναι τώρα κι ἄρα δὲν ἦταν ποτέ. Ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀπὸ πάντα ἐκεῖ, θὰ εἶναι ἐκεῖ ὥς τὸ τέλος (αὐτὸ τὸ ἐκεῖ φθάνει καὶ μέχρι τὸν συγκεκριμένο τόπο τῆς ἱστορίας: τὸ δράμα ξεσπάει ὅταν ὁ Κρέοντας διώχνει τὴν Μήδεια ἀπὸ τὴν πόλη)∙ δὲν βγῆκε ποτὲ ἀπὸ τὸ σκοτάδι της –  καὶ ἡ ἔσχατη ἐρωτικὴ πράξη της πρὸς τὸν Ἰάσονα εἶναι νὰ τὸν ἀναγκάσει, μὲ τὴν βία, νὰ συναντηθεῖ μαζί της μέσα ἀπὸ τὸν πόνο του γιὰ τὰ σκοτωμένα του παιδιά. Δὲν φταίει αὐτὴ, δὲν ἔχει ἄλλον τρόπο, γιατὶ κανένα ἄλλο συναίσθημά του δὲν βρίσκει –  δὲν ὑπάρχει, γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει: ὁ πόνος του γιὰ τὰ παιδιά, εἶναι τὸ τελευταῖο, τὸ μοναδικὸ τέχνασμά της ποὺ θὰ τὸν ὑποτάξει στὴν πιὸ μαρτυρικὴ, στὴν πιὸ ἀληθινὴ (γιατὶ δὲν ἔμεινε καμμιὰ ἄλλη ἀλήθεια ἀπὸ τὸν γάμο τους) ἕνωσή του μαζί της. Δὲν τὴν ἐνδιαφέρει. Ὁ Ἰάσονας μπαίνει στὸ σκοτάδι.”

“Εἰσαγωγὴ τοῦ Μεταφραστή 2 [σελ. 12-13]
ΜΗΔΕΙΑ Εὐριπίδη (1989)


  • 2015-2016 …πῶς νὰ μὴν προσέξω


Πώς και γιατί πολιτικός Καβάφης.

Ο Στρ. Τσίρκας στο βιβλίο του «Ο Καβάφης και η εποχή του» προτείνει τρία ερμηνευτικά κλειδιά για να προσεγγίσουμε τα ιστοριογενή ποιήματά του. Tο πρώτο κλειδί είναι το Iστορικό γεγονός, το δεύτερο είναι το σύγχρονο γεγονός και το τρίτο τα βιώματα του ποιητή, το ψυχικό γεγονός. «H αρμονική αντιστοιχία των τριών κλειδιών δίνει στο καβαφικό ποίημα το βάθος. Tα δύο πρώτα λειτουργούν σαν δυο καθρέφτες στημένοι αντικριστά· γεννούν την αίσθηση μιας απύθμενης προοπτικής. Aνάμεσα στους δυο καθρέφτες ο ποιητής υψώνει τη λάμπα του, το ψυχικό εγώ του. H παραμικρή κίνησή της φανερώνει νέους κόσμους, ακόμη πιο βαθιούς».

Η ΘΟΚΝΗ, στη φετινή της δουλειά, αυτή τη μέθοδο επιχειρεί να εφαρμόσει, δια των ποιημάτων του Καβάφη. Με άλλα λόγια προσπαθήσαμε να τοποθετηθούμε στα γεγονότα του καιρού μας (δεύτερο κλειδί) μέσα από τα πολύ ισχυρότερα σε ένταση ποιήματα του Καβάφη (πρώτο κλειδί) και ανάμεσα σ’αυτά να υψώσουμε τη «δική μας λάμπα» με την ελπίδα να φωτίσουμε λίγο το ψυχικό μας γεγονός(τρίτο κλειδί). Ζητούμενο; Να δούμε στους «καθρέπτες» αυτό που μας συμβαίνει και αναλόγως να σταθούμε απέναντι του.
Έτσι προχωρήσαμε στη μελέτη των ποιημάτων εκείνων που εκφράζουν μια πολιτική τοποθέτηση απέναντι σε καταστάσεις ανάλογες της εποχής μας. Αυτά κυρίως είναι τα ιστορικά ή ιστορικοφανή ποιήματα. Από το πλήθος των ποιημάτων αυτών, διαλέξαμε εκείνα που  δημιουργούν, κατά τη δική μας ανάγνωση, ένα - κατά το δυνατόν - ολοκληρωμένο σχόλιο στη σύγχρονη πραγματικότητα, τόσο του δημόσιου πολιτικού βίου, όσο και της ταυτότητας του πολίτη που μετατρέπεται «ανεπαισθήτως» σε ιδιώτη και παρακολουθεί «ενεός» τα δρώμενα, άλλοτε θρηνώντας που «αφέθηκε να ενδίδει» κι άλλοτε προσπαθώντας να επιπλεύσει στις φουρτούνες που σαρώνουν τα κεκτημένα του. Το τελικό κείμενο της παράστασης συντίθεται από 19 ποιήματα όσα και τα μέλη της ομάδας που δρουν επί σκηνής.
Η δομή της παράστασης αρθρώνεται σε δυο μέρη.
Το πρώτο επικεντρώνεται στη δημόσια σφαίρα. Ξεκινάει διθυραμβικά και αυτάρεσκα  και παρακολουθεί τη σταδιακή πτώση ως την τελική κατάρρευση. Το δεύτερο μέρος καταπιάνεται με τη στάση επιμέρους κοινωνικών ομάδων και ατόμων (των ανθρώπων της τέχνης, της εξουσίας, των τυχάρπαστων που επιπλέουν πάντα), μπροστά στο πολιτικό γίγνεσθαι και τις αλλαγές που το σαρώνουν. Το σύνολο της παράστασης το διατρέχει η στάση ζωής που προτείνει ο ποιητής.